Προστάτιδα όχι μόνο των πιστών , αλλά και της ανατολικής ακτής του νησιού ως “νυκτοβίγλα” ,μαρτυρούμενη τουλάχιστον από το 1621 και τα κατάστιχα του συνδίκου Da Lezze, η Φανερωμένη είναι ένα μέρος έμπλεο ευλάβειας, πίστης, ελπίδας και Τηνιακής παράδοσης.
Η ιστορία της χάνεται στους αιώνες, καθώς θρύλοι την ανάγουν στην εποχή της Εικονομαχίας ή στα χρόνια ενός μεσαιωνικού ηγεμόνα που σώθηκε από θαλασσοταραχή και εκπλήρωσε το τάμα του χτίζοντας τον ναό.

Οι Θρύλοι της Φανερωμένης
Ο πρώτος μιλά για έναν ταπεινό μοναχό που έφτασε στην Τήνο για να σώσει μια εικόνα της Παναγίας. Το καντήλι που άναβε μπροστά της έγινε φως σωτήριο: άλλοτε παρηγοριά του ίδιου, άλλοτε φάρος για τα πλοιάρια που πάλευαν με τους ανέμους του Τσικνιά. Το ίδιο φως έσωσε ακόμη και μια αυτοκρατορική γαλέρα, με τίμημα όμως τη θυσία του μοναχού, ο οποίος τιμήθηκε σαν άγιος από τους ντόπιους.
Ο δεύτερος θρύλος μιλά για έναν άρχοντα που κινδύνευε να χαθεί στα μανιασμένα κύματα. Ένα ξαφνικό φως τού φανέρωσε τη σωτηρία και εκείνος, ευγνωμονώντας την Παναγία, ύψωσε στο σημείο εκκλησάκι για να μείνει το καντήλι της αιώνιος οδηγός των ναυτικών.

Έτσι, ανάμεσα σε ιστορία και θρύλο, η Φανερωμένη στέκει αιώνες τώρα, με το φως της να γίνεται σύμβολο πίστης, ελπίδας και προστασίας.
Από τον 17ο αιώνα διαθέτουμε πλούσια έγγραφα που μαρτυρούν την ύπαρξή της. Στη διάρκεια των αιώνων η εκκλησία ανακαινίστηκε πολλές φορές, ενώ το πανηγύρι της – την Κυριακή μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου – συγκεντρώνει μέχρι σήμερα πλήθος πιστών και των δύο δογμάτων , παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης, σεβασμού και χριστιανικής αγάπης. Χαρακτηριστική είναι η ευλάβεια σε αυτήν των Αγαπιανών , οι οποίοι κάθε χρόνο έρχονταν με τα πόδια από το Αγάπι σε ανάμνηση ενός θαύματος όπου ένα παιδί που δεν είχε μιλήσει ποτέ , μίλησε για πρώτη φορά εκεί και έμεναν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο φιλοξενίας , την οποία εμείς οι ντόπιοι τη λέμε “Αγαπιανή”.

Παρά την αδιάφορη πνευματικά εποχή που διάγουμε και την προσπάθεια επιπεδοποίησης των πάντων, η Φανερωμένη παραμένει σημείο αναφοράς για τους ενορίτες της Στενής και για ολόκληρη την Τήνο, τόπος προσευχής, τάματος και παράδοσης. Το καντήλι της, όπως και πριν από αιώνες, συνεχίζει να φέγγει ως φάρος πίστης και ελπίδας, με τις νέες γενιές να επωμίζονται με χαρά και θέρμη την ιερή ευθύνη της συντήρησης του προσκυνήματος, την τέλεση των πανηγυρικών λειτουργιών και το άναμμα του καντηλιού, το οποίο αισιοδοξούμε να μη σβήσει ποτέ.
Και του χρόνου!
Κείμενο – Μάρκος Παλαμάρης
Φωτογραφίες – Παναγιώτης Χαλκιάς

















































































































































































