back to top

Πρώτη δράση της Τηνίας Λέσχης Βιβλίου

Αυτές τις ημέρες ξεκίνησε η λειτουργία ενός νέου πολιτιστικού σωματείου, της Τηνίας Λέσχης Βιβλίου, με στόχο την προώθηση της φιλαναγνωσίας, αλλά και την ανάπτυξη ποικίλων καλλιτεχνικών δράσεων με επίκεντρο τη λογοτεχνία. Και με φιλοδοξία την καλλιέργεια προώθησης της συγγραφής με τις υπόλοιπες τέχνες μέσω σεμιναρίων, εκδηλώσεων, παρουσιάσεων, προβολών και εκθέσεων.

«Ψυχή» του εγχειρήματος είναι ο Βασίλης Ρούβαλης, συγγραφέας, δημοσιογράφος και διδάσκων δημιουργικής γραφής. Κι αφορμή για μια συζήτηση μαζί του αποτελεί η έναρξη της λέσχης ανάγνωσης –που ξεκινά αύριο στη Χώρα, με τη συμμετοχή είκοσι βιβλιόφιλων– ως η πρώτη δραστηριότητα της Τηνίας Λέσχης Βιβλίου, σε συνεργασία με την Εταιρεία Συγγραφέων και με την υποστήριξη του Επαρχείου Τήνου.

-Κατ’ αρχάς, ποια είναι η αφορμή-ιδέα για τη λειτουργία μιας λέσχης ανάγνωσης στην Τήνο;

Οι λέσχες ανάγνωσης διαθέτουν τη γοητεία της ενασχόλησης με την ανάγνωση, τον κόσμο του βιβλίου, σε συνδυασμό με την αίσθηση της παρέας, της γόνιμης κουβέντας ανάμεσα στα μέλη τους για συγγραφείς, αγαπημένα βιβλία, νέες προτάσεις και θεματικές. Συμβαίνει να έχω διευθύνει για κάμποσα χρόνια το σχετικό πρόγραμμα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Είχα τη χαρά της συμμετοχής στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση αυτού του έργου, που όντως στήριξε το υπουργείο Πολιτισμού αλλά και οι εκδότες – μάλιστα, είχαμε πετύχει να οργανώσουμε περίπου 400 λέσχες ανάγνωσης σ’ όλη την ελληνική επικράτεια και στην Κύπρο… Τώρα, εδώ στην Τήνο κατοικώντας πια μόνιμα, είχα υπόψη μου τη λέσχη που δημιούργησε μια παρέα βιβλιόφιλων, πριν από 3-4 χρόνια. Μιλώντας πρόσφατα με το προεδρείο της Εταιρείας Συγγραφέων, που ενεργοποιεί ένα ευρύ δίκτυο πολιτισμού κι εκδηλώσεων στην περιφέρεια, σκεφτήκαμε να οργανωθεί μια νέα λέσχη η οποία θα συνδυάζει την εμπειρία και τη γνώση, τις ιδέες μας, και θα ενισχύει με ποιοτικούς όρους την υπόθεση της βιβλιοφιλίας.

-Είναι βιβλιόφιλοι, τελικά, οι Έλληνες; Αντέχει το βιβλίο ως ψυχαγωγική διέξοδος και πεδίο μορφωτικής καλλιέργειας στον «ανταγωνισμό» από τις ψηφιακές συσκευές και ό,τι η νέα τεχνολογία συνεπάγεται;

Η απάντηση είναι πολύπλοκη… Περιέχει πολλά «ναι» και «όχι». Ας δεχθούμε, αρχικά, πως η σχέση της νέας γενιάς με το βιβλίο συσχετίζεται με το επίπεδο της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής, κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Δυστυχώς, επίσης, η χώρα μας είναι η ουραγός στον κατάλογο των στατιστικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ό,τι αφορά στο ετήσιο ποσοστό προμήθειας κι ανάγνωσης βιβλίων ανά κάτοικο. Από την άλλη, τα νέα ψηφιακά μέσα «κερδίζουν» το ενδιαφέρον, γίνονται μανία ή ανούσια σπατάλη χρόνου και φαιάς ουσίας, αλλά πιστεύω ότι μπορούν να αποβούν χρήσιμα στην καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας. Πάντως, το μόνο βέβαιο είν’ η εξεύρεση τρόπων προσέλκυσης της κοινωνίας προς τη φιλαναγνωσία ως αγαθό, ως επιλογή ατομικά και συλλογικά.    


-Τι ακριβώς προσφέρει μια λέσχη ανάγνωσης ως προς αυτό; Πώς τη φαντάζεστε;

Αισιοδοξώ ότι το εγχείρημα θα βρει ανταπόκριση, δηλαδή την ουσία του ζητήματος. Γιατί μερικές φορές χρειάζεται έστω μια αφορμή για να «ξυπνήσουν» σε κάποιον τα αναγνωστικά αισθητήριά του. Κι ακόμη, στις συναντήσεις της λέσχης γίνεται ωφέλιμη συζήτηση γύρω από ένα βιβλίο, που θα το διαβάσουν όλα τα μέλη και θα καταθέσουν τις δικές τους ξεχωριστές σκέψεις για τον συγγραφέα, το διακύβευμα του βιβλίου, την εποχή και την αισθητική του. Οι τέχνες είναι συνεχής διάλογος, άλλωστε. Έτσι λοιπόν, δημιουργείται ένας πυρήνας ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα και πνευματικές-καλλιτεχνικές αναζητήσεις… Κι όλ’ αυτά, στο πλαίσιο μιας μεγάλης παρέας. Αυτό που θα ήθελα κιόλας να μεταφέρω σε όσους συμμετέχουν είναι ο «μηχανισμός» των αναγνωστικών επιλογών μας – το πώς από το ένα βιβλίο «περνάμε» στο άλλο, τον τρόπο που επιλέγουμε το επόμενο ανάγνωσμα, τη συνάρτηση που δημιουργείται μεταξύ τους, αλλά και το όφελος από τη λογοτεχνία που θα οδηγήσει, λ.χ., στο θέατρο, στο σινεμά. Είναι μια αλυσίδα που μπορεί να εξελιχθεί συναρπαστικά…  


-Η λέσχη θα λειτουργήσει στο πλαίσιο της Τηνίας Λέσχης Βιβλίου…

Ναι, η ιδέα για έναν μικρό μα ενεργό και πολύπτυχο φορέαξεκίνησε από την πρώτη στιγμή που εγκαταστάθηκα εδώ… Γνωρίζοντας ότι η περιφέρεια φέρει πολλές αδυναμίες –κακά τα ψέματα– στις παρεχόμενες υποδομές για τον πολιτισμό από ιδιώτες ή την πολιτεία. Και όντας ως συγγραφέας και επαγγελματίας στον χώρο των εκδόσεων, κρίνω πως το βιβλίο αδικείται στη σχέση του με το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, ενήλικες και παιδιά. Με την Τηνία, όπως και με προγενέστερες καλλιτεχνικές δραστηριότητες που έχω δοκιμάσει στο νησί, ευελπιστώ να κερδίσει κάτι τι ο κόσμος της Τήνου μέσα απ’ αυτή την εμπειρία όσο και από άλλες καλλιτεχνικές προτάσεις που ήδη ετοιμάζονται και θα ανακοινωθούν σύντομα…

-Είχατε κατά νου κάποιο μοντέλο πολιτιστικής διαχείρισης νωρίτερα;

Είχα την ευκαιρία να ζήσω την εμπειρία της προβολής, προώθησης και εξέλιξης της φιλαναγνωσίας, ως συνεργάτης στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Εκεί αντιλήφθηκα ότι για να ενεργοποιηθεί η «βιβλιοφιλική φλέβα» του σύγχρονου ανθρώπου –που σχεδόν φοβάται ή απωθείται από την κουλτούρα του βιβλίου εξαιτίας διαφόρων αιτίων, όπως η παθητική σχέση με το σχολικό εγχειρίδιο– χρειάζεται μόνον την αλήθεια της φαντασίας, της ωφέλιμης γνώσης, της ψυχαγωγίας. Ακούγεται σαν έκθεση ιδεών, το ξέρω. Αλλ’ ευτυχώς, δεν είναι.
  

-Χρειάζονται επομένως πολλά χρήματα, κόπος και οργάνωση;

Τίποτε δεν γίνεται χωρίς όλ’ αυτά… Από την άλλη, η δημιουργία πολιτισμού δεν απαιτεί υπερβολές. Αρκεί κάποτε ένα μολύβι με χαρτί, ένα φθηνό ασπρόμαυρο φιλμ, κάποιο κομμάτι πέτρα ή μάρμαρο, μερικές γραμμένες σελίδες που θα σαρκωθούν πάνω σε μια απλή σκηνή. Λέω ναι, όλα γίνονται. Αρκεί να υπάρχει τεχνογνωσία, σοβαρός σχεδιασμός και θερμή διάθεση μεταξύ πομπού και δέκτη. Είναι αυτά που λείπουν κι έχουν φέρει σε αδιέξοδο τους τοπικούς πολιτιστικούς θεσμούς. Όπως τα διάφορα βραχυχρόνια καλοκαιρινά φεστιβάλ ή οι περιορισμένες στην υποδομή τους διοργανώσεις, που συνήθως προσφέρουν το ελάχιστο και δεν «σπέρνουν» τίποτε για το αύριο.

-Πώς βλέπετε τα πολιτιστικά δρώμενα στην Τήνο; Υπάρχουν περιθώρια εξέλιξης, αλλαγών και βελτιώσεων σ’ αυτόν τον τομέα;

Το καλό «ατού» της Τήνου είναι οι ίδιοι οι άνθρωποί της. Φαίνεται ότι ανταποκρίνονται σ’ οτιδήποτε προτείνεται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ή αραιότερα τους άλλους μήνες. Έστω κι αν το ποσοστό αυτών που παρακολουθούν, είναι σχετικά μικρό. Μειονέκτημα αποτελούν οι περιορισμένες υποδομές: για παράδειγμα, η απουσία μιας σοβαρών προδιαγραφών κινηματογραφική αίθουσα. Επίσης, δεν αξιοποιούνται καθόλου όλοι όσοι έρχονται και διαμένουν μόνιμα ή περιστασιακά στο νησί, αυτοί που αγαπούν τον τόπο και μπορούν να προσφέρουν – μιλάω για καλλιτέχνες, επιστήμονες, διανοουμένους. Και το χειρότερο, προσωποποιούνται ή κομματικοποιούνται θεσμοί όπως το τοπικό θερινό φεστιβάλ. Δεν είναι δυνατόν η μία δημοτική αρχή να στήνει ένα κατά κοινή ομολογία ενδιαφέρον φεστιβαλικό σχήμα με προεκτάσεις στην πολιτισμική οικονομία/τουρισμό –που εννοείται ότι χρειάζεται βελτιωτικές επεμβάσεις και διαρκές όραμα– και η άλλη να έρχεται, σχεδόν με ζήλο κι εμφατικά, για να «ξηλώσει» ό,τι είχε επιτευχθεί έως πρότινος. Ωστόσο, πέρα από αυτές τις μικρόνοες πολιτικές, καταλήγοντας πάντοτε στο θετικό, υπάρχουν περιθώρια για επαναθεώρηση της έννοιας του πολιτισμού στην Τήνο. Όχι στα λόγια, μα έμπρακτα. Γιατί το νησί διαθέτει ταυτότητα και δυναμικές μέσα από την άυλη και υλική κληρονομιά του παρελθόντος του. Και μπορεί να ταυτιστεί με σύγχρονα μοντέλα διαχείρισης σε συνάρτηση με την οικονομική ανάπτυξη, την καλλιέργεια των κατοίκων, την ποιότητα ζωής.

Ακολουθήστε το Tinos Today στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Newsletter