Ο Πάνος Δημάκης έρχεται στην Τήνο με την προσδοκία να συναντήσει το κοινό που τον γνωρίζει από τα βιβλία του αλλά και από την τηλεοπτική παρουσία του σ’ ένα από τα πιο δημοφιλή, υψηλής τηλεθέασης τηλεπαιχνίδια των τελευταίων χρόνων, το Chase που μεταδίδει το Mega Channel. Ο ρόλος του κομβικός, δίπλα στη Μαρία Μπεκατώρου, καθημερινά ως το «Γεράκι» της ψυχαγωγικής εκπομπής. Μιλάει οχτώ γλώσσες, έχει γράψει δύο λεξικά και διατηρεί το δικό του podcast με τίτλο «Χίλιες και μία λέξεις». Παράλληλα, γράφει μυθιστορήματα με στόχο να προσφέρει μία άλλη ματιά στην πραγματικότητα, να καταγράψει τα μύχια αλλά και τις αλήθειες των ανθρώπων διαχρονικά.
Η επίσκεψή του στο νησί συνδυάζεται με την αφορμή του νέου μυθιστορήματός του Ο Ήλιος στα Μάτια των Λιονταριών (Διόπτρα, 2026) και θα βρεθεί απόψε Παρασκευή και αύριο Σάββατο (8.00 μ.μ. και στις δύο εκδηλώσεις) στο Bistrot 1923 του Τήνιον (Αλαβάνου 1, Χώρα) σε μια καλή ευκαιρία γνωριμίας μαζί του από κοντά. Τον συνδράμουν στο πάνελ ο Θέμης Ροδαμίτης, ο Γιάννη Γλύκας και ο Βασίλης Ρούβαλης, καθώς και η Θεατρική Ομάδα Τήνου Θεατροποιείον (Γιάννης και Παναγιώτης Τουφεκλής).

Λίγες ώρες νωρίτερα μίλησε στο Tinos Today για όλ’ αυτά:
—Πώς συνδυάζονται ταυτόχρονα όλες αυτές οι δραστηριότητές σας; Ειδικά η συγγραφή απαιτεί την «κλειστοφοβία» της λογοτεχνικής επεξεργασίας. Είναι ένας ωραίος δημιουργικός γρίφος όλ’ αυτά;
Η αλήθεια είναι όλες οι ενασχολήσεις μου έχουν να κάνουν με τη γνώση και τη γλώσσα, οπότε είναι πιο εύκολο να τις συνδυάσω. Η συγγραφή και η έρευνα απαιτούν μια προσήλωση, η οποία όμως για μένα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην απομόνωση και αποχωρητισμό σαν ερημίτης! Ταξιδεύω πολύ και γράφω παντού: το Ποτάμι των Χιλίων Τυφλών, για παράδειγμα, γράφτηκε στη μεγάλη καραντίνα κατά το ήμισυ σε ανοιχτούς χώρους, όπως πάρκα και δάση. Για μένα είναι κάτι φυσικό, που δεν απαιτεί μια ολόκληρη ιεροτελεστία, όπως τον «εγκλεισμό». Προσπαθώ να με εγκιβωτίσω σε αυτό με το οποίο ασχολούμαι, ακόμα κι όταν περιβάλλομαι από πλήθος ανθρώπων.

—Ποια είναι τα κοινά σημεία που μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει διαβάζοντας το νέο βιβλίο και τα προηγούμενα; Κι ακόμη, ποια στοιχεία διαφοροποιούνται στη γραφή σας μέσα από αυτή τη διαδρομή;
Το πιο κοινό σημείο που μοιράζονται όλα τα βιβλία μου, είτε στηρίζονται σε κάποιο αληθινό γεγονός, είτε είναι μια αμιγής μυθοπλασία 100%, είναι ότι ασχολούνται με πανανθρώπινα και διαχρονικά ζητήματα, που εύχομαι να μπορούν να μιλήσουν στην ψυχή του κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα με την εποχή στην οποία ζει. Αυτά που έχουν αλλάξει στην πορεία είναι π.χ. μια στοχευμένη μείωση του λυρισμού στην περιγραφή, ο οποίος ποτέ δεν εξοβελίζεται. Και αυτό είναι σκόπιμο, μιας και αυτό το πιο ήπιο (όχι αναγκαστικά ρομαντικό) στοιχείο χρησιμοποιείται ως αντίστιξη στη βαρβαρότητα και την τραγωδία που εξελίσσεται τριγύρω από τους ήρωές μου.
—Οι Δεκαεπτά Κλωστές πραγματεύονται επίσης αληθινά γεγονότα. Μάλιστα έγινε σειρά, μια εξαιρετική σειρά για την τηλεόραση από έναν σημαντικό σκηνοθέτη. Πώς νιώσατε «βλέποντας» το βιβλίο ως μια ροή εικόνων;
Είναι πρωτόγνωρο το αίσθημα της οπτικοποίησης της γραφής σου, ειδικά όταν είναι το πρώτο σου βιβλίο, πόσο μάλλον επειδή η Μιρέλλα Παπαοικονόμου στο σενάριο, ο Σωτήρης Τσαφούλιας στη σκηνοθεσία και ο Πάνος Βλάχος και η πλειάδα των ηθοποιών, ήταν όλοι τους μια εγγύηση ποιότητας. Χαίρομαι που σεβάστηκαν το βιβλίο, έστω κι αν είχα πλήρη επίγνωση από την αρχή ότι αναπόφευκτα δεν θα μπορούσαν να περάσουν όλα τα στοιχεία του βιβλίου στη σειρά.

—Εξαρχής, στην εργογραφία σας, το ζήτημα της γλώσσας, αυτής της απέραντης εργαλειοθήκης του νου, όπως θα έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο, σας έχει απασχολήσει ποικιλοτρόπως… Τι χρειάζεται η ελληνική γλώσσα για να εκτιμηθεί ακόμη περισσότερο από τους ομιλητές της αλλά κι απ’ όλους εκείνους που τη χειρίζονται ωφέλιμα (συγγραφείς, δημοσιολόγοι, επιστήμονες); Ποια είναι τα πλεονεκτήματά της ως γέννημα τόσων πολλών αιώνων;
Ως έθνος περηφανευόμαστε για την ομολογουμένως υπέροχη γλώσσα μας, που είναι τόσο εύπλαστη και δυναμική, η τέλεια «μπογιά» για έναν λογοτέχνη να ζωγραφίσει τις ιστορίες του. Μα ενίοτε επαιρόμαστε για αυτήν κάπως στείρα ή δίνουμε έμφαση μόνο στη γραμματική και την ορθογραφία, κάτι που της στερεί τη ζωντάνια της. Θαρρώ πως η κατάδυση στην ετυμολογία, στην αληθινή σημασία των λέξεων και πώς αυτές μιλάνε για την ταυτότητά μας μπορεί να ξεκλειδώσει αμέτρητες νέες εμπειρίες. Επίσης, η γλώσσα δεν είναι προνόμιο κανενός για να τη χειρίζεται δημαγωγικά, ούτε χωρίζεται σε χαμηλής και υψηλής ποιότητας, μιας και κάθε έκφανσή της έχει τη δική της αξία.

