back to top

Οι Πασχαλινές τριμπονιές στο Καμάρι – Αλλάζουν τα έθιμα;

Το Πάσχα στη Στενή είναι συνδεδεμένο στο μυαλό μου με τον ήχο των τριμπονιών. Θυμάμαι μικρός να κοιτάω με δέος τους τότε νέους, απάνω στο δώμα του Σ’φνιού απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου να εναλλάσσονται με τη σειρά, το βράδυ της Ανάστασης αλλά κυρίως στον εσπερινό της Αγάπης την Κυριακή ανήμερα του Πάσχα να παράγουν τον αγαπημένο εκκωφαντικό ήχο που έκανε τα τζάμια της εκκλησίας να τρίζουν. Μια ημέρα μετά, Δευτέρα, έπαιρνε σειρά η Ανάσταση στη γειτονική Μέση. Την Τρίτη, η Φανερωμένη πέρα στις πλαγιές του Τσικνιά, όπου και ήταν η τελευταία ημέρα των «οργανωμένων» εκρήξεων.

Από πότε μιλάμε για τριμπόνια, στο χωριό ; Γενικότερα τα τριμπόνια, που αλλού τα λέγανε τρομπόνια, υπήρχαν σίγουρα από τα χρόνια της επανάστασης για πολεμική χρήση κυρίως στα καράβια, όπως αυτό τεκμηριώνεται από πολλές πηγές. Όσον αφορά την περιοχή μας και με βάση τις πιο παλιές προφορικές μαρτυρίες και λιγοστές γραπτές από την περίοδο 1870-1900 σχεδόν κάθε σπίτι είχε το δικό του τριμπόνι και ως εκ τούτου ο αριθμός τους στο χωριό μας μόνο μικρός δεν πρέπει να ήταν. Διαχρονικά, για λόγους «ασφαλείας και τάξης» υπήρξαν μέτρα εναντίον του εθίμου. (Για να είμαστε δίκαιοι , η τήρηση των μέτρων ασφαλείας είναι ακόμα ένας σοβαρότατος λόγος για όσους εναντιώνονται στο συγκεκριμένο έθιμο). Απαγορεύσεις και κατασχέσεις, καταστροφή όπλων δεν καταγράφονται πριν 1900 αλλά ούτε και την ασταθή περίοδο των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρτείας. Μεγάλο πλήγμα στο χωριό, όπως και σε όλο το νησί ήρθε με την Κατοχή το 1941. Με διαταγή της Ιταλικής διοίκησης στο Αιγαίο κατασχέθηκαν όλα τα όπλα του πληθυσμού της Τήνου αλλά και άλλων νησιών κάθε κατηγορίας. Ότι τριμπόνι υπήρχε στο χωριό πήρε το δρόμο της εξορίας, εκτός από λίγα που έμειναν κρυμμένα. Μεταφέρω μαρτυρία από τη γιαγιά μου Ειρήνη Βιδάλη το γένος Λειβαδάρη (1912-2008) η οποία μου ανέφερε, ότι τότε χάθηκε ένα τριμπόνι που είχε στο σπίτι από τον παππού της Ρανέρη Ματθαιάσσο (1847-1936) και χρησιμοποιούσε ο αδερφός της Γιώργος την περίοδο του μεσοπολέμου, το οποίο ήταν μεταποίηση από μικρό πρυμναίο κανονάκι παλαιού καραβιού. Με την απελευθέρωση, απελευθερώθηκαν και τα τριμπόνια κάποια όμως δε γύρισαν ποτέ στους ιδιοκτήτες τους. Το Καμάρι έμεινε με λίγα όπλα ίσως 4-5. Με ενέργειες των πρεσβύτερων, που έχαιραν εμπιστοσύνης και διαμεσολαβούσαν και υπό την προϋπόθεση ότι το Καθολικό Πάσχα δεν έπεφτε μαζί με το Ορθόδοξο , δανείζονταν τριμπόνια από την κάτω Στενή και το Σκαλάδο.

Πάσχα 1962

Έτσι για περίπου 15 χρόνια μετά τον πόλεμο οι τριμπονιές στο Καμάρι δεν ακούγονταν πολυπληθείς όπως παλαιότερα. Κάποιες χρονιές σποραδικά το Πάσχα, ίσως σε γάμους, βαφτίσια πανηγύρια αλλά το οργανωμένο παίξιμο που ήταν το αποκορύφωμα ατόνησε, κυρίως λόγω έλλειψης όπλων.

Με τη δικτατορία το 1967 απαγορεύτηκε το έθιμο στη Στενή καθώς και σε όλη την Τήνο. Νέες κατασχέσεις όπλων από την τότε “εθνοσωτήριο επανάσταση” αποδεκάτισαν το ήδη φτωχό σε τριμπόνια χωριό μας. Μέχρι την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 τόσο στο Καμάρι όσο και στα περισσότερα χωριά απ΄ όσο γνωρίζω, δεν ακούστηκε ο δυνατός μπάσος ήχος συνοδευόμενος από το σύννεφο με τη χαρακτηριστική θειαφώδη κυκλωτική μυρωδιά.

Τότε μια ομάδα νέων του χωριού και της Αθήνας, αποφασίζει να αναστήσει το έθιμο. Όχι μόνο να το αναστήσει αλλά να το αναβιώσει. Ο Γιάννης Μαρκουϊζος (Αβυσσινός), ο Νίκος Βιδάλης, ο Βαγγέλης Φραμπασχάλης,, ο Παναγιώτης Περπινιάς και άλλοι που δεν έχουμε τα ονόματά τους, ξεκίνησαν σπίτι σπίτι να βρουν το παρελθόν τους και ταυτόχρονα να ξαναφτιάξουν το μέλλον του χωριού. Ανακάλυψαν ότι στο χωριό είχαν μείνει για διαφορετικούς λόγους 3 τριμπόνια μόνο. Κάποια ήταν πολύ παλιά για να τους δοθεί σημασία και κάποια τα είχαν κρύψει ώστε να μην δοθούν στις αρχές. Αυτά ήταν, του Βαγγέλη Φραμπασχάλη, του Θοδωρή Βερδάρη ο οποίος το είχε κρύψει σε ένα πηγάδι και του Αντώνη Μαρκουϊζου (Λοχαγός). Όπως είπαμε , το Καμάρι δεν είχε ποτέ μέγα πλήθος τριμπονιών όπως π.χ. μέχρι σήμερα έχει, ο Πύργος. Ένα τριμπόνι από το Μουντάδο, το οποίο που χρησιμοποιούσαν ως δανεικό κι αυτό, τελικά αγοράστηκε από κοινού. Τα επόμενα χρόνια και αποτέλεσε, αν μπορούμε να το πούμε, το ένα και μοναδικό τριμπόνι που ήταν προϊόν κοινοκτημοσύνης. Αυτό το τριμπόνι το περίφημο Μ’νταδιανό, αφού εκτέλεσε πιστά το καθήκον του και στήριξε εκείνα τα δύσκολα χρόνια το χωριό, πήρε το δρόμο της ξεκούρασης και αναπαύεται στις δάφνες του, στο λαογραφικό μουσείο του χωριού. Για το μπαρούτι έγινε προμήθεια από τον Κτικάδο στο μαγαζί του Σπανού.

Χαράς ευαγγέλια, όταν μαθεύτηκε στο χωριό ότι θα ξανακουστούν τα τριμπόνια του Καμαριού στην Ανάσταση, μετά από 8 χρόνια. Οι παλαιότεροι που ήταν γεροί σμπαραδόροι στα νιάτα τους, δε μπορούσαν να κρύψουν τον ενθουσιασμό τους και προσπάθησαν να βοηθήσουν με την εμπειρία τους, τους νεότερους. Τους έμαθαν το ρυθμό, να περιμένουν δηλαδή τον αντίλαλο από το Κεχροβούνι μέχρι να πέσει η επόμενη τριμπονιά, τους έδειξαν πως να αλείφουν τις κάνες με κρεμμύδια για να τους πάρουνε την κάψα όταν πυρώνουν, και ότι χρειαζόταν για να κυλήσουν όλα καλώς και με ασφάλεια. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ· τα τριμπόνια θέλουν και μεγάλη υπευθυνότητα στη διαχείριση, τόσο στην προετοιμασία όσο και στην εκτέλεση της πράξης. Τα παλιά όπλα επισκευάστηκαν και δοκιμάστηκαν. Επίσης στο πνεύμα της αναβίωσης έφτιαξαν φυσέκια με εφημερίδες ή τηλεφωνικούς καταλόγους (τα επόμενα χρόνια όμως, έβαζαν τη δόση κατευθείαν με ρακοπότηρο), ξεχωριστά για κάθε όπλο, με τη δοσολογία να μειώνεται σταδιακά όσο πέρναγε η διάρκεια.

Μεγάλο Σάββατο στην πρωινή λειτουργία ακούστηκε μετά από πολλά χρόνια η πρώτη τριμπονιά με το «Ανάστα ο Θεός». Ανήμερα του Πάσχα πήρε φωτιά το Καμάρι όπως παλιά και μάλιστα με μια νέα καινοτομία, καθιερώθηκε το παίξιμο στη γειτονική Μέση το πρωί της Δευτέρας του Πάσχα.

Από το γνωστό δώμα του Σ´φνιού παρέλασαν σχεδόν όλοι οι παλιοί για να ρίξουν έστω από μία να θυμηθούν τα νιάτα τους. Συνέβη και το εξής χαρακτηριστικό :

Ο περίφημος Σαλισβουρής (Γιώργος Καλλέργης) εκείνη την εποχή ήταν σχεδόν εβδομηντάρης. Σκληρός χαρακτήρας, βραχύς το δέμας και άνθρωπος μεγάλης αντοχής αλλά τα χέρια του δεν τα ένιωθε πια σίγουρα. Ήθελε όμως και αυτός να παίξει ώστε να συμμετέχει στο αγαπημένο του έθιμο, καθώς στα νιάτα του υπήρξε από τους πρωταγωνιστές. Έκανε λοιπόν το αμίμητο. Ανέβηκε στο δώμα, στήριξε το τριμπόνι στο μηρό και με αυτό το μοναδικό στιλ έπαιξε ώσπου χόρτασε ή ώσπου δεν άντεξε παραπάνω. Αργότερα μετά τη γιορτή κάποιος δικός του είπε ότι το πόδι του είχε χτυπηθεί τόσο πολύ που, το μισό πάνω από το γόνατο, είχε είχε μπλαβίσει . Τέτοιοι ήταν οι σμπαραδόροι του Καμαριού, οι άνθρωποι του κρότου, οι άνθρωποι της Ανάστασης.

Η ιδιαιτερότητα των τριμπονιών στη Στενή ήταν το οργανωμένο «παίξιμο» και διευκρινίζω τι εννοούμε όταν λέμε οργανωμένο. Η μαζικότητα και ο δυνατός θόρυβος δεν ήταν ο σκοπός της ημέρας. Η ιδιαιτερότητα της ενορίας του Αγίου Αντωνίου ήταν ότι οι τριμπονιές συμβαδίζανε με την ακολουθία, η σειρά των τριμπονιών και ο ρυθμός ήταν συγκεκριμένος (π.χ. στο ευαγγέλιο και τον κατηχητικό λόγο του Ιωάννη του Χρυσόστομου επικρατούσε σιγή) ο ήχος ως συμπλήρωμα και ως σύνολο, ήταν μέρος της τελετής, έδινε και έπαιρνε χρώμα από αυτή. Πολλές φορές την πρώτη τριμπονιά την έριχνε ο παπά Νικόλας ο Περπινιάς που διετέλεσε εφημέριος της Στενής (1955-1970, 1974-1995) εκφράζοντας την άρρηκτη σχέση τελετής και εθίμου. Παλιά δε, όταν τα μεγάφωνα και οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις ήταν τεχνολογία άγνωστη, άνθρωπος από την επιτροπή της εκκλησίας, στημένος κοντά στην πόρτα, ενημέρωνε τους σμπαραδόρους στο απέναντι δώμα πότε να σταματήσουν και πότε να ξεκινήσουν, ανάλογα σε πιο σημείο ήταν η ακολουθία.

Μέχρι σήμερα το έθιμο συνεχίζεται αδιάλειπτα , με ένα μικρό διάλειμμα στα 2 Πάσχα του κορωνοϊού. (που έτσι κι αλλιώς αποτέλεσαν ιδιαίτερη περίπτωση για όλους μας). Στο διάστημα αυτό ήρθαν κι άλλοι να προστεθούν στους συνεχιστές του εθίμου. Ποιος θα ξεχάσει την προσφορά του Θοδωρή Χατζηκουλούκη που έστελνε ένα βαρελάκι μαύρο χρυσό κάθε χρόνο, το δίσκο που έβγαινε από τους χωριανούς στο πέρας της τελετής για την αγορά του μπαρουτιού, τη γενναία απόφαση του Δ.Σ του Πολιτιστικού Συλλόγου, με οικονομική ενίσχυση του εθίμου κάθε έτος για τις απαραίτητες προμήθειες; Από τότε μέχρι ευτυχήσαμε να δούμε τα 4 τριμπόνια του Καμαριού να αυξηθούν και να πληθύνουν ώσπου φτάσαμε σε διψήφιο αριθμό στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Μέχρι και ρεπορτάζ σε κανάλι πανελλαδικής εμβέλειας έφτασε η χάρη τους. Επίσης εδώ και μια δεκαπενταετία ακούγονται ξανά και από την κάτω Στενή στην αδελφή ενορία του Αγίου Νικολάου.

Δίνεται η εντύπωση ότι κάποια πράγματα είναι δεδομένα, ότι ήταν πάντα ίδια κι απαράλλαχτα εδώ και αιώνες, τα έθιμα οι συνήθειες. Κι όμως, επειδή όλα αυτά προέρχονται από ανθρώπους, λειτουργούν όπως οι άνθρωποι. Γεννιούνται, αλλάζουν, μεταμορφώνονται, πεθαίνουν, χάνονται και ξεχνιούνται και ενίοτε επανέρχονται ανανεωμένα και ορμητικά. Αυτές οι μεταβολές λοιπόν, όταν γίνονται αργά και με την πάροδο των ετών, δεν ξενίζουν και μπαίνουν σιγά σιγά στο πετσί των ανθρώπων σαν να ήταν πάντα μέρος της ζωής τους. Διότι το έθιμο για να ριζώσει θέλει το χρόνο του, θέλει να συντροφεύει τις γενιές ώστε να το θεωρούν δικό τους. Μερικές φορές όμως οι αλλαγές έρχονται ξαφνικά, σαν κεραυνός εν αιθρία, απότομα και αναστατώνουν τη ρουτίνα του βίου. Τότε οι περισσότεροι αντιδρούν και δυσανασχετούν με τη βίαιη ανατροπή των πραγμάτων. Έτσι λοιπόν οι περίφημες τριμπονιές του Καμαριού δεν είχαν ποτέ ομαλή πορεία στην πάροδο του χρόνου, αλλά ταξίδευαν παρέα με τις ορέξεις των ανθρώπων. Κατανοούμε, ακόμα και όσοι δηλώνουν παραδοσιακοί, ότι δεν μπορούμε να έχουμε τα πάντα με ακρίβεια, όπως τα βρήκαμε από τους παλαιότερους. Προσπαθούμε να συμμετέχει ο καθένας όπου του ταιριάζει και με αυτό να προσφέρουμε στη μικρή τοπική κοινωνία του χωριού, χωρίς να κάνουμε αγγαρεία ή να νιώθουμε ότι είναι χρέος χωρίς νόημα. Με λίγα λόγια τηρούμε ένα έθιμο επειδή πρώτον, μας αρέσει και μετά επειδή αυτό είναι κάτι που μας συνδέει με τους γύρω μας και με τους ανθρώπους που δεν είναι πια μαζί μας.

Όταν παίζουμε την ημέρα της Ανάστασης , δεν μας ακούν μόνο οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα μας ή απέναντι στην εκκλησία ή στα διπλανά χωριά. Ο κρότος ξορκίζει το κακό και ο κρότος του τριμπονιού είναι ο μόνος που ταξιδεύει μέχρι και την “απέναντι όχθη”. Την Κυριακή του Πάσχα που είναι οι πύλες του Άδη ανοιχτές μας ακούνε λοιπόν αυτοί που δεν είναι πια μαζί μας. Θέλω να πιστεύω ότι κάπου στο Επέκεινα υπάρχει ένα μέρος που μαζεύονται τέτοια μέρα, ο Σαλισβουρής, ο Ρωμανός, ο μπάρμπ’ Άντζολος, ο Αντώνης ο Σαρρής, ο μπάρμπα Πέτρος ο Αλάδανος, ο Αριστείδης , Γιώργος και Μάρκος Βίδος, ο Στάθης Τζες,, ο Γιάννης ο Καλλέργης, ο Γιώργος ο Κακκάλας, ο Παναής ο Ματθαιάσσος, ο Βαγγέλης και ο Γιάννης Φραμπασχάλης και τόσοι άλλοι παλιοί σμπαραδόροι. Αφουγκράζονται, ακούνε τους κρότους του Καμαριού, χαμογελούνε κι ύστερα ησυχάζουν.

Πάσχα 2013

Τα τελευταία έτη, βιώνουμε μία σταδιακή εγκατάλειψη, η οποία εξελίσσεται σε αντίδραση. Την περσινή Κυριακή του Πάσχα, για άλλη μια φορά, ένας χωριανός μας παραπονέθηκε ότι τρομάζαμε το σκύλο του, ένας άλλος σχετικά φρέσκος στο χωριό, ανήμερα της γιορτής μας είπαμε να πάμε πιο πέρα διότι ενοχλούσαμε. Είναι συχνό φαινόμενο πια, είτε με το καλό είτε με απειλές, πάντα βρίσκεται κάποιος που μας προτρέπει σε απομάκρυνση. Συνήθως πρόκειται για ανθρώπους με άλλες συνήθειες εν μέρει κατανοητές και δικαιολογημένες, μπορεί και πιο λογικές από τις δικές μας. Εμείς από την άλλη, κάθε χρονιά είμαστε και λιγότεροι και κουρασμένοι και χωρίς όρεξη για αντιδικίες. Αλλάζουν οι άνθρωποι αλλάζουν και τα έθιμα. Ίσως ήρθε ο καιρός να αλλάξουμε κι εμείς,..

Τάσος Ν. Βιδάλης
Facebook Page – Πολιτιστικός Σύλλογος ”Άγιος Αντώνιος” Στενής Τήνου

Ακολουθήστε το Tinos Today στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις τελευταίες & σημαντικές ειδήσεις της Τήνου

Newsletter

- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -

Οι Πασχαλινές τριμπονιές στο Καμάρι – Αλλάζουν τα έθιμα;

Το Πάσχα στη Στενή είναι συνδεδεμένο στο μυαλό μου με τον ήχο των τριμπονιών. Θυμάμαι μικρός να κοιτάω με δέος τους τότε νέους, απάνω στο δώμα του Σ’φνιού απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου να εναλλάσσονται με τη σειρά, το βράδυ της Ανάστασης αλλά κυρίως στον εσπερινό της Αγάπης την Κυριακή ανήμερα του Πάσχα να παράγουν τον αγαπημένο εκκωφαντικό ήχο που έκανε τα τζάμια της εκκλησίας να τρίζουν. Μια ημέρα μετά, Δευτέρα, έπαιρνε σειρά η Ανάσταση στη γειτονική Μέση. Την Τρίτη, η Φανερωμένη πέρα στις πλαγιές του Τσικνιά, όπου και ήταν η τελευταία ημέρα των «οργανωμένων» εκρήξεων.

Από πότε μιλάμε για τριμπόνια, στο χωριό ; Γενικότερα τα τριμπόνια, που αλλού τα λέγανε τρομπόνια, υπήρχαν σίγουρα από τα χρόνια της επανάστασης για πολεμική χρήση κυρίως στα καράβια, όπως αυτό τεκμηριώνεται από πολλές πηγές. Όσον αφορά την περιοχή μας και με βάση τις πιο παλιές προφορικές μαρτυρίες και λιγοστές γραπτές από την περίοδο 1870-1900 σχεδόν κάθε σπίτι είχε το δικό του τριμπόνι και ως εκ τούτου ο αριθμός τους στο χωριό μας μόνο μικρός δεν πρέπει να ήταν. Διαχρονικά, για λόγους «ασφαλείας και τάξης» υπήρξαν μέτρα εναντίον του εθίμου. (Για να είμαστε δίκαιοι , η τήρηση των μέτρων ασφαλείας είναι ακόμα ένας σοβαρότατος λόγος για όσους εναντιώνονται στο συγκεκριμένο έθιμο). Απαγορεύσεις και κατασχέσεις, καταστροφή όπλων δεν καταγράφονται πριν 1900 αλλά ούτε και την ασταθή περίοδο των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρτείας. Μεγάλο πλήγμα στο χωριό, όπως και σε όλο το νησί ήρθε με την Κατοχή το 1941. Με διαταγή της Ιταλικής διοίκησης στο Αιγαίο κατασχέθηκαν όλα τα όπλα του πληθυσμού της Τήνου αλλά και άλλων νησιών κάθε κατηγορίας. Ότι τριμπόνι υπήρχε στο χωριό πήρε το δρόμο της εξορίας, εκτός από λίγα που έμειναν κρυμμένα. Μεταφέρω μαρτυρία από τη γιαγιά μου Ειρήνη Βιδάλη το γένος Λειβαδάρη (1912-2008) η οποία μου ανέφερε, ότι τότε χάθηκε ένα τριμπόνι που είχε στο σπίτι από τον παππού της Ρανέρη Ματθαιάσσο (1847-1936) και χρησιμοποιούσε ο αδερφός της Γιώργος την περίοδο του μεσοπολέμου, το οποίο ήταν μεταποίηση από μικρό πρυμναίο κανονάκι παλαιού καραβιού. Με την απελευθέρωση, απελευθερώθηκαν και τα τριμπόνια κάποια όμως δε γύρισαν ποτέ στους ιδιοκτήτες τους. Το Καμάρι έμεινε με λίγα όπλα ίσως 4-5. Με ενέργειες των πρεσβύτερων, που έχαιραν εμπιστοσύνης και διαμεσολαβούσαν και υπό την προϋπόθεση ότι το Καθολικό Πάσχα δεν έπεφτε μαζί με το Ορθόδοξο , δανείζονταν τριμπόνια από την κάτω Στενή και το Σκαλάδο.

Πάσχα 1962

Έτσι για περίπου 15 χρόνια μετά τον πόλεμο οι τριμπονιές στο Καμάρι δεν ακούγονταν πολυπληθείς όπως παλαιότερα. Κάποιες χρονιές σποραδικά το Πάσχα, ίσως σε γάμους, βαφτίσια πανηγύρια αλλά το οργανωμένο παίξιμο που ήταν το αποκορύφωμα ατόνησε, κυρίως λόγω έλλειψης όπλων.

Με τη δικτατορία το 1967 απαγορεύτηκε το έθιμο στη Στενή καθώς και σε όλη την Τήνο. Νέες κατασχέσεις όπλων από την τότε “εθνοσωτήριο επανάσταση” αποδεκάτισαν το ήδη φτωχό σε τριμπόνια χωριό μας. Μέχρι την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 τόσο στο Καμάρι όσο και στα περισσότερα χωριά απ΄ όσο γνωρίζω, δεν ακούστηκε ο δυνατός μπάσος ήχος συνοδευόμενος από το σύννεφο με τη χαρακτηριστική θειαφώδη κυκλωτική μυρωδιά.

Τότε μια ομάδα νέων του χωριού και της Αθήνας, αποφασίζει να αναστήσει το έθιμο. Όχι μόνο να το αναστήσει αλλά να το αναβιώσει. Ο Γιάννης Μαρκουϊζος (Αβυσσινός), ο Νίκος Βιδάλης, ο Βαγγέλης Φραμπασχάλης,, ο Παναγιώτης Περπινιάς και άλλοι που δεν έχουμε τα ονόματά τους, ξεκίνησαν σπίτι σπίτι να βρουν το παρελθόν τους και ταυτόχρονα να ξαναφτιάξουν το μέλλον του χωριού. Ανακάλυψαν ότι στο χωριό είχαν μείνει για διαφορετικούς λόγους 3 τριμπόνια μόνο. Κάποια ήταν πολύ παλιά για να τους δοθεί σημασία και κάποια τα είχαν κρύψει ώστε να μην δοθούν στις αρχές. Αυτά ήταν, του Βαγγέλη Φραμπασχάλη, του Θοδωρή Βερδάρη ο οποίος το είχε κρύψει σε ένα πηγάδι και του Αντώνη Μαρκουϊζου (Λοχαγός). Όπως είπαμε , το Καμάρι δεν είχε ποτέ μέγα πλήθος τριμπονιών όπως π.χ. μέχρι σήμερα έχει, ο Πύργος. Ένα τριμπόνι από το Μουντάδο, το οποίο που χρησιμοποιούσαν ως δανεικό κι αυτό, τελικά αγοράστηκε από κοινού. Τα επόμενα χρόνια και αποτέλεσε, αν μπορούμε να το πούμε, το ένα και μοναδικό τριμπόνι που ήταν προϊόν κοινοκτημοσύνης. Αυτό το τριμπόνι το περίφημο Μ’νταδιανό, αφού εκτέλεσε πιστά το καθήκον του και στήριξε εκείνα τα δύσκολα χρόνια το χωριό, πήρε το δρόμο της ξεκούρασης και αναπαύεται στις δάφνες του, στο λαογραφικό μουσείο του χωριού. Για το μπαρούτι έγινε προμήθεια από τον Κτικάδο στο μαγαζί του Σπανού.

Χαράς ευαγγέλια, όταν μαθεύτηκε στο χωριό ότι θα ξανακουστούν τα τριμπόνια του Καμαριού στην Ανάσταση, μετά από 8 χρόνια. Οι παλαιότεροι που ήταν γεροί σμπαραδόροι στα νιάτα τους, δε μπορούσαν να κρύψουν τον ενθουσιασμό τους και προσπάθησαν να βοηθήσουν με την εμπειρία τους, τους νεότερους. Τους έμαθαν το ρυθμό, να περιμένουν δηλαδή τον αντίλαλο από το Κεχροβούνι μέχρι να πέσει η επόμενη τριμπονιά, τους έδειξαν πως να αλείφουν τις κάνες με κρεμμύδια για να τους πάρουνε την κάψα όταν πυρώνουν, και ότι χρειαζόταν για να κυλήσουν όλα καλώς και με ασφάλεια. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ· τα τριμπόνια θέλουν και μεγάλη υπευθυνότητα στη διαχείριση, τόσο στην προετοιμασία όσο και στην εκτέλεση της πράξης. Τα παλιά όπλα επισκευάστηκαν και δοκιμάστηκαν. Επίσης στο πνεύμα της αναβίωσης έφτιαξαν φυσέκια με εφημερίδες ή τηλεφωνικούς καταλόγους (τα επόμενα χρόνια όμως, έβαζαν τη δόση κατευθείαν με ρακοπότηρο), ξεχωριστά για κάθε όπλο, με τη δοσολογία να μειώνεται σταδιακά όσο πέρναγε η διάρκεια.

Μεγάλο Σάββατο στην πρωινή λειτουργία ακούστηκε μετά από πολλά χρόνια η πρώτη τριμπονιά με το «Ανάστα ο Θεός». Ανήμερα του Πάσχα πήρε φωτιά το Καμάρι όπως παλιά και μάλιστα με μια νέα καινοτομία, καθιερώθηκε το παίξιμο στη γειτονική Μέση το πρωί της Δευτέρας του Πάσχα.

Από το γνωστό δώμα του Σ´φνιού παρέλασαν σχεδόν όλοι οι παλιοί για να ρίξουν έστω από μία να θυμηθούν τα νιάτα τους. Συνέβη και το εξής χαρακτηριστικό :

Ο περίφημος Σαλισβουρής (Γιώργος Καλλέργης) εκείνη την εποχή ήταν σχεδόν εβδομηντάρης. Σκληρός χαρακτήρας, βραχύς το δέμας και άνθρωπος μεγάλης αντοχής αλλά τα χέρια του δεν τα ένιωθε πια σίγουρα. Ήθελε όμως και αυτός να παίξει ώστε να συμμετέχει στο αγαπημένο του έθιμο, καθώς στα νιάτα του υπήρξε από τους πρωταγωνιστές. Έκανε λοιπόν το αμίμητο. Ανέβηκε στο δώμα, στήριξε το τριμπόνι στο μηρό και με αυτό το μοναδικό στιλ έπαιξε ώσπου χόρτασε ή ώσπου δεν άντεξε παραπάνω. Αργότερα μετά τη γιορτή κάποιος δικός του είπε ότι το πόδι του είχε χτυπηθεί τόσο πολύ που, το μισό πάνω από το γόνατο, είχε είχε μπλαβίσει . Τέτοιοι ήταν οι σμπαραδόροι του Καμαριού, οι άνθρωποι του κρότου, οι άνθρωποι της Ανάστασης.

Η ιδιαιτερότητα των τριμπονιών στη Στενή ήταν το οργανωμένο «παίξιμο» και διευκρινίζω τι εννοούμε όταν λέμε οργανωμένο. Η μαζικότητα και ο δυνατός θόρυβος δεν ήταν ο σκοπός της ημέρας. Η ιδιαιτερότητα της ενορίας του Αγίου Αντωνίου ήταν ότι οι τριμπονιές συμβαδίζανε με την ακολουθία, η σειρά των τριμπονιών και ο ρυθμός ήταν συγκεκριμένος (π.χ. στο ευαγγέλιο και τον κατηχητικό λόγο του Ιωάννη του Χρυσόστομου επικρατούσε σιγή) ο ήχος ως συμπλήρωμα και ως σύνολο, ήταν μέρος της τελετής, έδινε και έπαιρνε χρώμα από αυτή. Πολλές φορές την πρώτη τριμπονιά την έριχνε ο παπά Νικόλας ο Περπινιάς που διετέλεσε εφημέριος της Στενής (1955-1970, 1974-1995) εκφράζοντας την άρρηκτη σχέση τελετής και εθίμου. Παλιά δε, όταν τα μεγάφωνα και οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις ήταν τεχνολογία άγνωστη, άνθρωπος από την επιτροπή της εκκλησίας, στημένος κοντά στην πόρτα, ενημέρωνε τους σμπαραδόρους στο απέναντι δώμα πότε να σταματήσουν και πότε να ξεκινήσουν, ανάλογα σε πιο σημείο ήταν η ακολουθία.

Μέχρι σήμερα το έθιμο συνεχίζεται αδιάλειπτα , με ένα μικρό διάλειμμα στα 2 Πάσχα του κορωνοϊού. (που έτσι κι αλλιώς αποτέλεσαν ιδιαίτερη περίπτωση για όλους μας). Στο διάστημα αυτό ήρθαν κι άλλοι να προστεθούν στους συνεχιστές του εθίμου. Ποιος θα ξεχάσει την προσφορά του Θοδωρή Χατζηκουλούκη που έστελνε ένα βαρελάκι μαύρο χρυσό κάθε χρόνο, το δίσκο που έβγαινε από τους χωριανούς στο πέρας της τελετής για την αγορά του μπαρουτιού, τη γενναία απόφαση του Δ.Σ του Πολιτιστικού Συλλόγου, με οικονομική ενίσχυση του εθίμου κάθε έτος για τις απαραίτητες προμήθειες; Από τότε μέχρι ευτυχήσαμε να δούμε τα 4 τριμπόνια του Καμαριού να αυξηθούν και να πληθύνουν ώσπου φτάσαμε σε διψήφιο αριθμό στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Μέχρι και ρεπορτάζ σε κανάλι πανελλαδικής εμβέλειας έφτασε η χάρη τους. Επίσης εδώ και μια δεκαπενταετία ακούγονται ξανά και από την κάτω Στενή στην αδελφή ενορία του Αγίου Νικολάου.

Δίνεται η εντύπωση ότι κάποια πράγματα είναι δεδομένα, ότι ήταν πάντα ίδια κι απαράλλαχτα εδώ και αιώνες, τα έθιμα οι συνήθειες. Κι όμως, επειδή όλα αυτά προέρχονται από ανθρώπους, λειτουργούν όπως οι άνθρωποι. Γεννιούνται, αλλάζουν, μεταμορφώνονται, πεθαίνουν, χάνονται και ξεχνιούνται και ενίοτε επανέρχονται ανανεωμένα και ορμητικά. Αυτές οι μεταβολές λοιπόν, όταν γίνονται αργά και με την πάροδο των ετών, δεν ξενίζουν και μπαίνουν σιγά σιγά στο πετσί των ανθρώπων σαν να ήταν πάντα μέρος της ζωής τους. Διότι το έθιμο για να ριζώσει θέλει το χρόνο του, θέλει να συντροφεύει τις γενιές ώστε να το θεωρούν δικό τους. Μερικές φορές όμως οι αλλαγές έρχονται ξαφνικά, σαν κεραυνός εν αιθρία, απότομα και αναστατώνουν τη ρουτίνα του βίου. Τότε οι περισσότεροι αντιδρούν και δυσανασχετούν με τη βίαιη ανατροπή των πραγμάτων. Έτσι λοιπόν οι περίφημες τριμπονιές του Καμαριού δεν είχαν ποτέ ομαλή πορεία στην πάροδο του χρόνου, αλλά ταξίδευαν παρέα με τις ορέξεις των ανθρώπων. Κατανοούμε, ακόμα και όσοι δηλώνουν παραδοσιακοί, ότι δεν μπορούμε να έχουμε τα πάντα με ακρίβεια, όπως τα βρήκαμε από τους παλαιότερους. Προσπαθούμε να συμμετέχει ο καθένας όπου του ταιριάζει και με αυτό να προσφέρουμε στη μικρή τοπική κοινωνία του χωριού, χωρίς να κάνουμε αγγαρεία ή να νιώθουμε ότι είναι χρέος χωρίς νόημα. Με λίγα λόγια τηρούμε ένα έθιμο επειδή πρώτον, μας αρέσει και μετά επειδή αυτό είναι κάτι που μας συνδέει με τους γύρω μας και με τους ανθρώπους που δεν είναι πια μαζί μας.

Όταν παίζουμε την ημέρα της Ανάστασης , δεν μας ακούν μόνο οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα μας ή απέναντι στην εκκλησία ή στα διπλανά χωριά. Ο κρότος ξορκίζει το κακό και ο κρότος του τριμπονιού είναι ο μόνος που ταξιδεύει μέχρι και την “απέναντι όχθη”. Την Κυριακή του Πάσχα που είναι οι πύλες του Άδη ανοιχτές μας ακούνε λοιπόν αυτοί που δεν είναι πια μαζί μας. Θέλω να πιστεύω ότι κάπου στο Επέκεινα υπάρχει ένα μέρος που μαζεύονται τέτοια μέρα, ο Σαλισβουρής, ο Ρωμανός, ο μπάρμπ’ Άντζολος, ο Αντώνης ο Σαρρής, ο μπάρμπα Πέτρος ο Αλάδανος, ο Αριστείδης , Γιώργος και Μάρκος Βίδος, ο Στάθης Τζες,, ο Γιάννης ο Καλλέργης, ο Γιώργος ο Κακκάλας, ο Παναής ο Ματθαιάσσος, ο Βαγγέλης και ο Γιάννης Φραμπασχάλης και τόσοι άλλοι παλιοί σμπαραδόροι. Αφουγκράζονται, ακούνε τους κρότους του Καμαριού, χαμογελούνε κι ύστερα ησυχάζουν.

Πάσχα 2013

Τα τελευταία έτη, βιώνουμε μία σταδιακή εγκατάλειψη, η οποία εξελίσσεται σε αντίδραση. Την περσινή Κυριακή του Πάσχα, για άλλη μια φορά, ένας χωριανός μας παραπονέθηκε ότι τρομάζαμε το σκύλο του, ένας άλλος σχετικά φρέσκος στο χωριό, ανήμερα της γιορτής μας είπαμε να πάμε πιο πέρα διότι ενοχλούσαμε. Είναι συχνό φαινόμενο πια, είτε με το καλό είτε με απειλές, πάντα βρίσκεται κάποιος που μας προτρέπει σε απομάκρυνση. Συνήθως πρόκειται για ανθρώπους με άλλες συνήθειες εν μέρει κατανοητές και δικαιολογημένες, μπορεί και πιο λογικές από τις δικές μας. Εμείς από την άλλη, κάθε χρονιά είμαστε και λιγότεροι και κουρασμένοι και χωρίς όρεξη για αντιδικίες. Αλλάζουν οι άνθρωποι αλλάζουν και τα έθιμα. Ίσως ήρθε ο καιρός να αλλάξουμε κι εμείς,..

Τάσος Ν. Βιδάλης
Facebook Page – Πολιτιστικός Σύλλογος ”Άγιος Αντώνιος” Στενής Τήνου

Ακολουθήστε το Tinos Today στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις τελευταίες & σημαντικές ειδήσεις της Τήνου