Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου, 2023

Το Ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης στα Κιόνια Τήνου

Το Ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης στα Κιόνια Τήνου

- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι Σ Η -

Αρχαιολογικές Επισκέψεις στις Κυκλάδες | Αφιέρωμα στην Τήνο
Ημέρα 3η

Με την ανάπτυξη της αρχαίας πόλης της Τήνου του Άστεως σχετίζεται στενά η ίδρυση του Ιερού του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης στα Κιόνια της Τήνου και σε απόσταση 3 χλμ., δυτικά της Χώρας.

Οι πρώτες ανασκαφές στο ιερό έγιναν κατά τα έτη 1902-1903 και 1905 από τους Βέλγους ανασκαφείς H. Demoulin και P. Graindor μέλη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή επανήλθε στην έρευνα του ιερού κατά τα έτη 1973-1978, οπότε και ολοκλήρωσε τις ανασκαφικές της εργασίες υπό τη διεύθυνση του R. Étienne, ο οποίος επιμελήθηκε και την τελική δημοσίευση του ιερού. Τα τελευταία έτη, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων πραγματοποιεί εργασίες συντήρησης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου.Η αποκάλυψη του ιερού στα Κιόνια, υπήρξε σημαντική για το λόγο ότι, από όλες τις Κυκλάδες, μόνο στην Τήνο έχουμε Ιερό αφιερωμένο στη λατρεία του Ποσειδώνα και της συζύγου του Αμφιτρίτης, των κυρίαρχων Θεών της θάλασσας, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία.

Το Ιερό ιδρύεται στα τέλη του 4ουαι. π.Χ., γεγονός που συνδέεται με το οικοδομικό πρόγραμμα, που οργάνωσαν, κατά την περίοδο της κυριαρχίας τους στις Κυκλάδες, οι Μακεδονικοί Βασιλικοί Οίκοι των Αντιγονιδών και των Λαγιδών, που διαδέχτηκαν τον Μέγα Αλέξανδρο. Απέκτησε, γρήγορα, πανελλήνια φήμη, με αποκορύφωμα τον 3ο αι. π.Χ., οπότε και απετέλεσε πόλο έλξης για προσκυνητές από μακρινές πόλεις της Κάτω Ιταλίας, της Μικράς Ασίας και της Αφρικής. Η ακμή του Ιερού συνεχίζεται κατά τη διάρκεια του 2ου και 1ου αι. π.Χ. και αποτυπώνεται στο έργο του διάσημου γεωγράφου της αρχαιότητας Στράβωνα (1ος αι. π.Χ.) (Γεωγραφικά Χ, 5, 11), ο οποίος κάνει ειδική αναφορά στο Ιερό του Ποσειδώνα, λέγοντας ότι βρίσκεται σε μεγάλο δάσος έξω από την πόλη και είναι «θέας άξιον». Το Ιερό των Θεών της θάλασσας παρακμάζει σταδιακά από τον 1ο αι. μ.Χ. και μετά έως τα μέσα του 3ουαι. μ.Χ., οπότε και εγκαταλείπεται. Επιγραφικές και ιστορικές μαρτυρίες, μας πληροφορούν ότι ο Ποσειδώνας λατρεύονταν ως θαυματουργός Ιατρός, όπως επίσης και η Αμφιτρίτη, η οποία θεράπευε τις στείρες γυναίκες. Από τις ίδιες πηγές γνωρίζουμε ότι προς τιμήν του Θεού γινόντουσαν εορτές, τα «Ποσίδεια» ή «Ποσιδώνια», στον κύκλο των οποίων περιλαμβάνονταν και τραγικοί αγώνες με θεατρικές παραστάσεις, που γινόντουσαν στο αρχαίο θέατρο της Τήνου. Ανάμεσα στα κτήρια του Ιερού ξεχωρίζουν ο Ναός, η Κρήνη, ο Βωμός και η Μεγάλη Στοά. Επίσης αναθηματικά μνημεία όπως η «Εξέδρα της Ναυσίου» και το Κτήριο D ναΐσκος αφιερωμένος στη λατρεία ρωμαϊκής αυτοκρατορικής οικογένειας. Η θεμελίωση του Ναού συμπίπτει με την παλαιότερη γνωστή περίοδο χρήσης του ιερού (τέλη 4ου αι. π.Χ.-α΄ τέταρτο 3ου αι. π.Χ.). Αρχικά ήταν ένα απλό στην μορφή ορθογώνιο οικοδόμημα με πρόναο και κυρίως ναό (σηκό). Στις αρχές του 2ου αι. π.Χ., αντικαθίσταται από μεγαλύτερο κτήριο με τέσσερις μαρμάρινους δωρικούς κίονες, σε κάθε μία από τις κύριες όψεις (ανατολικά και δυτικά). Ο «Οίκος του Θεού» στέγαζε τα υπερφυσικά αγάλματα του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, έργα του Αθηναίου γλύπτη Τελεσίνου. Έφερε γλυπτό διάκοσμο με σύμβολα και μορφές, που σχετίζονται με τη λατρεία του Ποσειδώνα, όπως είναι τα Δελφίνια και οι Ιππόκαμποι (θαλάσσια τέρατα με τη μορφή κατά το ήμισυ αλόγου και κατά το ήμισυ ψαριού ή φιδιού).

Η Κρήνη των Κιονίων (4ος-3ος αι. π.Χ.) αποτελεί πρωτότυπη δημιουργία, έργο αρχιτεκτόνων, πιθανόν, από την Μακεδονία. Το κτήριο έχει κάτοψη σε σχήμα Π. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελούν δύο πτέρυγες στα άκρα, που προεξέχουν και οι οποίες λειτουργούσαν ως κρήνες με καθαρό πόσιμο νερό, που έρρεε μέσα από κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής. Το μεσαίο εισέχον τμήμα με την ημικυκλική μαρμάρινη εξέδρα στο εσωτερικό προορίζονταν για τη ανάπαυση των επισκεπτών του Ιερού. Την πρόσοψη της Κρήνης κοσμούσε κιονοστοιχία από μαρμάρινους λεπτούς δωρικούς κίονες. Τις πρώτες δεκαετίες του 2ου αι. π.Χ., το Ιερό του Ποσειδώνα αποτελεί την έδρα ομοσπονδίας του «Κοινού των Νησιωτών» μετά την αναδιοργάνωσή του από τους Ρόδιους. Η περίοδος αυτή οικονομικής άνθησης για την Τήνο, αποτυπώνεται στα Κιόνια με την ίδρυση νέων επιβλητικών κτηρίων, στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., όπως η Μεγάλη Στοά, ο Βωμός και η «Εξέδρα της Ναυσίου».

H Μεγάλη Στοά το μήκος της οποίας έφτανε τα 170 μ. είναι από τις μεγαλύτερες γνωστές στις Κυκλάδες. Το εντυπωσιακό αυτό κτήριο αποτελούσε τη μνημειώδη πρόσοψη του Ιερού και ταυτόχρονα χώρο υποδοχής των προσκυνητών. Είχε διπλή όψη με δωρικές κιονοστοιχίες, βόρεια και νότια. Το κτήριο κοσμούσαν δελφίνια και ανθέμια.

Ο Βωμός για τη διενέργεια θυσιών, στην περιοχή μπροστά από το ναό, αποτελούσε το επίκεντρο της λατρείας. Πρόκειται για μαρμάρινο κτίσμα μνημειακών διαστάσεων σε σχήμα Π. Έφερε ζωφόρο με ανάγλυφο διάκοσμο, όπως βουκράνια (κεφαλές ταύρων), λουλούδια, καρπούς κ. α. Την πρόσοψη του Βωμού κοσμούσαν γλυπτά συμπλέγματα, που εικόνιζαν την πάλη του Έρωτα με τον αδελφό του Αντέρωτα, έργα του γλύπτη Αγασία από την Έφεσο.

Κοντά στον Βωμό βρέθηκε η «Εξέδρα της Ναυσίου». Πρόκειται μνημείο, σχεδόν σύγχρονο με το βωμό, αφιερωμένο στον Ποσειδώνα από επιφανή οικογένεια της Τήνου. Σε ημικυκλικό μαρμάρινο βάθρο ήταν στημένα πέντε χάλκινα αγάλματα, τα οποία χάρη σε επιγραφές χαραγμένες στο βάθρο ταυτίζονται με συγκεκριμένα πρόσωπα, μέλη της εύπορης οικογένειας της Ναυσίου Χρυσογόνου. Δείγμα αναλαμπής του Ιερού στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., αποτελεί το Κτήριο D . Το μικρό ορθογώνιο οικοδόμημα λειτούργησε ως ναΐσκος αφιερωμένος στη λατρεία ρωμαϊκής αυτοκρατορικής οικογένειας. Αυτό υποδεικνύουν αγάλματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν η προτομή της Αγριππίνας της Πρεσβύτερης και ανδριάντες του αυτοκράτορα Κλαύδιου, που ήταν στημένα εδώ.

Η παλαιά αίγλη σβήνει σταδιακά στους αιώνες που ακολουθούν έως τον 3ο α. μ.Χ., οπότε και το Ιερό εγκαταλείπεται. Από την τελευταία αυτή φάση σώζονται λίγα και τμηματικά ερευνημένα αρχιτεκτονικά λείψανα, τα οποία ανήκουν σε Θέρμες (Λουτρά).

Χαρακτηριστικά μνημεία της κυκλαδικής αλλά και ειδικότερα της τηνιακής υπαίθρου κατά τη διάρκεια των όψιμων κλασικών και τους ελληνιστικών χρόνων (4ος- 3ος/2ος αι. π.Χ.) αποτελούν οι πύργοι. Στην Τήνο, πύργοι είναι γνωστοί από θέσεις, όπως το Σμόβολο, η Σαμάντλα, το Καστρί, οι Άγιοι Θεόδωροι, οι Άγιοι Ανάργυροι, η Άβδος, τα Αμμώνια κ.α. (Εικ. 20- Οι πύργοι έχουν σχήμα ορθογώνιο ή κυλινδρικό και είναι φτιαγμένοι από μεγάλους σχεδόν ορθογωνισμένους ή τραπεζιόσχημους λίθους σε σχεδόν ισοϋψείς στρώσεις. Εντοπίζονται σε θέσεις οι οποίες έχουν οπτική επαφή με ευρύτερες χερσαίες αλλά και θαλάσσιες περιοχές. Οι πύργοι αποτελούσαν κτήρια πολλαπλών χρήσεων.

Θεωρείται ότι λειτουργούσαν ως στρατιωτικές εγκαταστάσεις, παρατηρητήρια, καταφύγια για τους αγρότες σε περίπτωση κινδύνου ή ως εγκαταστάσεις (αποθήκες) σχετικές με την αγροτική καλλιέργεια.

- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -spot_img
- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -spot_img
- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -spot_img
- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -spot_img
Tinos
overcast clouds
6.3 ° C
7.2 °
6.2 °
59 %
11kmh
100 %
Τε
7 °
Πε
9 °
Πα
10 °
Σα
9 °
Κυ
11 °
- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -spot_img
- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -
- Δ Ι Α Φ Η Μ Ι ΣΗ -