Από τους αρχαίους χρόνους η Τήνος ήταν νησί του κρασιού, όπως και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου που ο ήλιος και ο άνεμος τα σκληραγωγούσε αλλά τα έκανε ιδανικά για το αμπέλι.
Οι αρχαίοι συγγραφείς την αναφέρουν μαζί με τη Χίο και τη Νάξο για τα γλυκά και αρωματικά κρασιά της και δεν είναι τυχαίο που στο νησί λατρευόταν με ιδιαίτερη δύναμη ο Διόνυσος, που είχε ιερό κοντά στην πόλη, εκεί όπου σήμερα είναι το αρχαιολογικό μουσείο. Στα χρόνια των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών η αμπελοκαλλιέργεια δεν σταμάτησε ποτέ, γιατί το κρασί ήταν τροφή, φάρμακο και εμπόρευμα μαζί.
Το μεγάλο της κεφάλαιο όμως γράφτηκε στα χρόνια της Βενετοκρατίας και αργότερα επί Τουρκοκρατίας. Τότε το νησί γέμισε αμπέλια από άκρη σε άκρη, στις πεζούλες που οι Τηνιακοί έχτιζαν με πέτρα για να κρατήσουν το χώμα στις πλαγιές. Οι τόποι είχαν όλα ονόματα από το κρασί. Οι Πετούλες, πάνω από τον Κτικάδο και τον Χατζηράδο, ήταν ένα απέραντο αμπελοτόπι. Όποιος στεκόταν στο ύψωμα έβλεπε μόνο κλήματα, χαμηλά, γονατισμένα από τον βοριά, αλλά γεμάτα καρπό. Εκεί δεν φύτρωνε σιτάρι, μόνο αμπέλι.
Η παραγωγή ήταν τόσο μεγάλη που ο μούστος δεν έφτανε μόνο για το νησί. Τον φόρτωναν σε βαρέλια και σε ασκιά και με καΐκια τον έστελναν στην Σύρο, στην Μύκονο, ακόμα και στην Αττική, σε χρόνια που οι άλλες περιοχές δεν είχαν σοδειά ή που οι επιδημίες είχαν ρημάξει τα δικά τους αμπέλια. Οι Τηνιακοί πατούσαν τα σταφύλια στους πέτρινους ληνούς που σώζονται ακόμα διάσπαρτοι στις Πετούλες, μισογκρεμισμένοι και σκεπασμένοι από φραγκοσυκιές, και ο μούστος έτρεχε και γέμιζε τα υποστατικά. Το κρασί της Τήνου ήταν δυνατό, ρουστίκ, με οξύτητα από το βοριαδάκι και άρωμα από το ξερό χώμα, και κρατούσε πολύ στα βαρέλια.
Μετά την Επανάσταση του 1821 και όσο το νησί γινόταν τόπος προσκυνήματος λόγω της Παναγίας, πολλοί προσκυνητές έπαιρναν μαζί τους φεύγοντας και ένα ασκί κρασί ευλογημένο. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι Πετούλες έδιναν ακόμα χιλιάδες οκάδες μούστο.
Σήμερα, αυτή η σπουδαία κληρονομιά αναβιώνει δυναμικά
Το ιδιαίτερο τερουάρ της Τήνου, που χαρακτηρίζεται από γρανιτικά και σχιστολιθικά εδάφη, σε συνδυασμό με το μικροκλίμα του νησιού, με τους δυνατούς βοριάδες που στεγνώνουν τα σταφύλια και κρατούν υγιές το αμπέλι χωρίς πολλά φάρμακα και με την θαλασσινή αύρα που μπαίνει βαθιά μέσα στις κοιλάδες, δίνει πλέον παγκοσμίου κλάσης κρασιά, με έμφαση σε γηγενείς ποικιλίες.
Εκεί που για δεκαετίες φύτρωναν μόνο θυμάρια, ξαναφυτεύτηκαν κλήματα από ποικιλίες που οι παλιοί τις είχαν σχεδόν ξεχάσει, το Ασπρο Ποταμίσι, το Κουμαριανό, το Μαύρο Ποταμίσι, μαζί με το Ασύρτικο που βρήκε στην Τήνο μια δεύτερη πατρίδα και το Μαυροτράγανο που ωριμάζει αργά πάνω στην πέτρα. Οι νέοι αμπελώνες δεν έγιναν στον κάμπο αλλά πάλι πάνω στις παλιές πεζούλες, στις ίδιες γρανιτικές πλάκες των Πετουλών και του Φαλατάδου και της Βωλάξ, όπου το χώμα είναι φτωχό και αναγκάζει τη ρίζα να κατέβει βαθιά για να βρει νερό και έτσι το νησί που κάποτε γέμιζε καΐκια με μούστο για να τροφοδοτήσει άλλες περιοχές της Ελλάδας, τώρα βάζει το κρασί του σε φιάλες που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο, κρατώντας όμως την ίδια ρίζα, την ίδια πέτρα και τον ίδιο αέρα που είχαν τα αμπέλια από τους αρχαίους χρόνους.
Άννα Δανάλη πληροφορίες από το διαδίκτυο

















